Το Ιράν εμφανίζεται έτοιμο να εκτοξεύσει πολύ μεγαλύτερο αριθμό πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς προς το Ισραήλ και άλλες χώρες της Μέσης Ανατολής καθώς, όπως έγινε γνωστό την Κυριακή (31/5), προχωρά με ταχείς ρυθμούς στην αποκατάσταση των υπόγειων οπλοστασίων του που είχαν θαφτεί από τις αεροπορικές επιθέσεις.
Η εξέλιξη αυτή, σύμφωνα με αναλύσεις ειδικών, αναδεικνύει τα σαφή όρια της στρατηγικής των αεροπορικών βομβαρδισμών που εφάρμοσαν οι ΗΠΑ. Για αρκετές εβδομάδες, τα πλήγματα από την Ουάσινγκτον και το Τελ Αβίβ είχαν περιορίσει την πρόσβαση της Τεχεράνης στις υπόγειες εγκαταστάσεις της, καταστρέφοντας το οδικό δίκτυο και φράζοντας τις εισόδους των σηράγγων.
Ωστόσο, δορυφορικές φωτογραφίες που εξέτασε το CNN, αποκαλύπτουν ότι οι ιρανικές δυνάμεις επιστράτευσαν απλό κατασκευαστικό εξοπλισμό, όπως μπουλντόζες και ανατρεπόμενα φορτηγά, για να εξουδετερώσουν τα αποτελέσματα των δαπανηρών στρατιωτικών επιχειρήσεων της Δύσης, αποδεικνύοντας ότι η πυραυλική ισχύς της χώρας δεν είναι δυνατόν να εκμηδενιστεί απλώς και μόνο με τη στοχοποίηση των εισόδων στα τούνελ.
Οι υπόγειες υποδομές στο Ιράν
Αν και ανάμεσα στο Ιράν και τις ΗΠΑ έχει επιτευχθεί μια προκαταρκτική συμφωνία για το εκ νέου άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ, απαιτούνται ακόμη μήνες εργασιών για να διευθετηθούν όλες οι λεπτομέρειες. Σε περίπτωση που οι εχθροπραξίες επαναληφθούν, η Τεχεράνη είναι σε θέση να συνεχίσει κανονικά τις εκτοξεύσεις, εφόσον διαθέτει τους απαραίτητους εκτοξευτές και τα αντίστοιχα πληρώματα, ακόμη και αν η παραγωγική της διαδικασία έχει παγώσει. Αυτό επεσήμανε ο Σαμ Λερ, ερευνητικός συνεργάτης στο Κέντρο Τζέιμς Μάρτιν για τις Μελέτες Μη Διασποράς, ο οποίος αναλύει τις πυραυλικές δυνατότητες της χώρας, προσθέτοντας ότι τίποτα δεν εμποδίζει τον εφοδιασμό των συστημάτων αυτών από το πλούσιο εναπομείναν απόθεμα που διατηρούν οι Ιρανοί.
Κατά τη διάρκεια των μαχών, τα ιρανικά συνεργεία εργάζονταν κάτω από συνθήκες μεγάλου κινδύνου για να απομακρύνουν τα μπάζα από τις εισόδους, καθώς οι ΗΠΑ και το Ισραήλ έπλητταν συχνά τα εκσκαπτικά μηχανήματα. Η προσπάθεια αυτή επέτρεψε στην Τεχεράνη να διατηρήσει τη ροή των πυράυλων καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου, αν και με σαφώς μειωμένη συχνότητα. Από τη στιγμή που τέθηκε σε ισχύ η κατάπαυση του πυρός, πριν από περισσότερες από επτά εβδομάδες, οι εργασίες εκσκαφής στις βάσεις επιταχύνθηκαν δραματικά.
Το CNN διαπίστωσε ότι το Ιράν έχει ήδη αποκαταστήσει την πρόσβαση σε 50 από τις συνολικά 69 εισόδους σηράγγων που είχαν πληγεί από τις αμερικανικές και ισραηλινές δυνάμεις σε 18 υπόγειες στρατιωτικές εγκαταστάσεις. Παράλληλα, επισκευάστηκαν και άλλα τμήματα των βάσεων, συμπεριλαμβανομένων των δρόμων που είχαν βομβαρδιστεί για να εμποδιστεί η κίνηση των αυτοκινούμενων εκτοξευτών. Οι δορυφορικές λήψεις δείχνουν ότι σχεδόν όλοι οι κρατήρες έχουν καλυφθεί με χώμα, ενώ σε δύο τοποθεσίες έχει τοποθετηθεί εκ νέου άσφαλτος.
Ο Σαμ Λερ σημείωσε χαρακτηριστικά: «Ο αμερικανικός στρατός είναι αποτελεσματικός στην επίτευξη τακτικών επιτυχιών και ο εγκλωβισμός της ιρανικής πυραυλικής ισχύος αποτελεί ένα εξαιρετικό παράδειγμα. Ωστόσο, όταν αυτό δεν συνοδεύεται από ένα σύνολο λογικών στρατηγικών πολεμικών στόχων και μια εφικτή θεωρία νίκης, μπορεί να καταλήξει σε στρατηγική αποτυχία».
Από την πλευρά του Πενταγώνου, ο εκπρόσωπος Σον Παρνέλ απέφυγε να απαντήσει σε συγκεκριμένα ερωτήματα σχετικά με τα ευρήματα του CNN, επαναλαμβάνοντας την πάγια θέση ότι «οι ένοπλες δυνάμεις της Αμερικής είναι οι ισχυρότερες στον κόσμο και διαθέτουν όλα τα απαραίτητα μέσα για να δράσουν στον χρόνο και στον τόπο που θα επιλέξει ο Πρόεδρος».

Οι στόχοι του Τραμπ και η ιρανική προετοιμασία
Πάντως, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, έχει αναφερθεί επανειλημμένα στο πυραυλικό οπλοστάσιο που κατέχει το Ιράν ως έναν από τους βασικούς λόγους της πολεμικής σύγκρουσης, θέτοντας την εξουδετέρωσή του ως πρωτεύοντα σκοπό. Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα Truth Social τον Μάρτιο, ο Αμερικανός ηγέτης είχε συμπεριλάβει την «πλήρη υποβάθμιση της ιρανικής πυραυλικής ικανότητας, των εκτοξευτών και κάθε άλλου σχετικού στοιχείου» ανάμεσα στους πέντε κεντρικούς στόχους του πολέμου.
Το δίκτυο των υπόγειων βάσεων, η κατασκευή του οποίου άρχισε πριν από περισσότερα από 20 χρόνια, παρέχει εξαιρετική προστασία στα βλήματα και στα συστήματα εκτόξευσης. Μάλιστα, το μεγάλο βάθος των εγκαταστάσεων περιορίζει τις επιλογές των επιτελείων των ΗΠΑ και του Ισραήλ. Έτσι, κατά τις πρώτες εβδομάδες της σύρραξης, οι δύο σύμμαχοι επικεντρώθηκαν στην καταστροφή των προσβάσεων, γεγονός που, σε συνδυασμό με το κυνήγι των εκτοξευτών στο πεδίο, περιόρισε σημαντικά τη δραστηριότητα της Τεχεράνης.
Επίσης, τα πλήγματα προκάλεσαν σοβαρές ζημιές, θάβοντας τις περισσότερες διόδους κάτω από τόνους ερειπίων και διαλύοντας τους γύρω δρόμους. Οι δορυφορικές εικόνες εκείνης της περιόδου εμφάνιζαν στρατηγικές τοποθεσίες, όπως η Βόρεια Πυραυλική Βάση του Ισφαχάν, να έχουν υποστεί τεράστιες καταστροφές, με συντρίμμια να φράζουν τα τούνελ και κατεστραμμένους εκτοξευτές στον εξωτερικό χώρο. Παράλληλα, υπήρξε μια ευρεία προσπάθεια να πληγεί η εφοδιαστική αλυσίδα της πολεμικής βιομηχανίας της χώρας, από τα εργοστάσια παραγωγής μικρών ηλεκτρονικών εξαρτημάτων μέχρι τις μονάδες κατασκευής προωθητικών υλικών και των κυρίων σωμάτων των βλημάτων.
Μετά τη συμφωνία για την κατάπαυση του πυρός στις 8 Απριλίου, ο Αμερικανός υπουργός Άμυνας, Πιτ Χέγκσεθ, είχε επαινέσει αυτές τις προσπάθειες, δηλώνοντας απευθυνόμενος προς την Τεχεράνη ότι «θα ξεθάβετε τους εναπομείναντες εκτοξευτές και τους πυραύλους σας χωρίς καμία δυνατότητα αντικατάστασής τους, καθώς δεν διαθέτετε πλέον αμυντική βιομηχανία».
Παρά τις δηλώσεις αυτές, αναλυτές εκτιμούν ότι το Ιράν εξακολουθεί να διατηρεί περίπου 1.000 πυραύλους αποθηκευμένους στα υπόγεια καταφύγια. Αυτό το απόθεμα, λόγω του μεγάλου βάθους, θεωρείται απίθανο να έχει υποστεί ζημιές από τους βομβαρδισμούς στην επιφάνεια, αν ληφθεί υπόψη ότι η ισραηλινή αεροπορία είχε πλήξει τις εισόδους με τον ίδιο ακριβώς τρόπο και κατά τον περσινό Πόλεμο των Δώδεκα Ημερών. «Προετοιμάζονταν για μια τέτοια αναμέτρηση εδώ και δύο δεκαετίες», εξήγησε ο Τιμούρ Καντίσεφ, ανώτερος ερευνητής στο Ινστιτούτο Έρευνας για την Ειρήνη και την Πολιτική Ασφάλειας του Πανεπιστημίου του Αμβούργου.

Η ταχύτητα της ανοικοδόμησης στο Ιράν
Για την αποκατάσταση των ζημιών, το Ιράν χρησιμοποίησε μια ποικιλία βαρέων οχημάτων. Στο δορυφορικό υλικό διακρίνονται φορτωτές να μαζεύουν τα συντρίμμια και φορτηγά να γεμίζουν τους κρατήρες με χώμα. Μάλιστα, σε μια βάση κοντά στο Ισφαχάν, όπου οι σύμμαχοι είχαν πραγματοποιήσει πολλαπλές επιθέσεις για να φράξουν τέσσερις εισόδους, καταγράφηκαν τουλάχιστον 18 κρατήρες γύρω από δύο από αυτές, δείγμα του μεγάλου όγκου πυρομαχικών που δαπανήθηκαν. Στις αρχές Μαΐου, οι εικόνες έδειχναν ένα φορτηγό να αποκαθιστά το έδαφος, ενώ οι άλλες δύο δίοδοι είχαν ήδη ανοίξει και το οδικό δίκτυο είχε ασφαλτοστρωθεί ξανά. Επίσης, σε άλλη εγκατάσταση κοντά στην πόλη Χομέιν, στα μέσα Απριλίου, εντοπίστηκαν τουλάχιστον 10 κατασκευαστικά οχήματα να επιχειρούν σε μία και μόνο είσοδο.
Καθώς το Ιράν ανακτά τα όπλα του και επαναφέρει τη λειτουργικότητα των υποδομών του, οι αναλυτές εκφράζουν φόβους ότι η απειλή υποτιμάται, ειδικά αν ληφθεί υπόψη η μείωση των αποθεμάτων σε αμερικανικά βλήματα αναχαίτισης. Επιπλέον, οι επιθέσεις στις βιομηχανικές μονάδες ίσως δεν καθυστερήσουν την παραγωγή για όσο διάστημα υπολόγιζαν η Ουάσινγκτον και το Τελ Αβίβ. Κατά τον Πόλεμο των Δώδεκα Ημερών, ορισμένα από αυτά τα εργοστάσια είχαν επίσης στοχοποιηθεί, αλλά οι δορυφορικές λήψεις έδειξαν ότι η Τεχεράνη είχε ήδη ανακατασκευάσει ορισμένες από τις υποδομές που είχαν πληγεί τον περασμένο Ιούνιο.
Πάντως, οι εκτιμήσεις των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών επιβεβαιώνουν ότι το Ιράν ανασυντάσσει τις στρατιωτικές του δυνατότητες, ξεκινώντας εκ νέου την παραγωγή μη επανδρωμένων αεροσκαφών και αντικαθιστώντας τους απολεσθέντες εκτοξευτές. «Οι Ιρανοί έχουν ξεπεράσει κάθε χρονικό ορίζοντα που είχε θέσει η κοινότητα των πληροφοριών για την ανασυγκρότησή τους», δήλωσε στο CNN ένας Αμερικανός αξιωματούχος.

